|
«Καραβιές κάθε μέρα από ανθρώπους φτωχούς, καραβιές κάθε μέρα από Ελληνόπαιδα μικρά, από κορίτσια νέα, από αδελφάδες, από γυναίκες και από γέρους ακόμη, αφήνουν τη δύστυχη πατρίδα μας ζητούντες στη μαύρη ξενιτιά το ψωμί τους, την ασφάλειά τους, την ησυχία τους. Φεύγουν χιλιάδες κάθε μέρα, γιατί δεν αντέχουν πια να έχουν κτήματα πολλά, περιουσία μεγάλη και μολαταύτα να πεινούν, να μην μπορούν να την προστατεύσουν, να ξέρουν ότι είναι ελεύθεροι, ότι είναι άνδρες, ότι ζουν εις τον 20όν αιώνα ότι έχουν νόμους και προστάτας, και εν τούτοις να μην έχουν εξασφαλισμένη ούτε τη ζωή τους ούτε την τιμή τους, ούτε τίποτα, τίποτα. Και η Ελλάς ερημώνεται μέρα με την ημέρα, και η δυστυχισμένη Ελλάς που έχει ανάγκη από κορμιά και καρδιές, μένει μονάχη, πάντοτε σκλάβα, πάντοτε ανίσχυρη, πάντοτε χτικιασμένη.
|